«ΤΟ ΚΛΑΜΑ ΤΟΥ ΒΡΕΦΟΥΣ»

Το βρέφος διαθέτει ένα σημαντικό μέσο για να μπορέσει να υποδηλώσει τι αισθάνεται έτσι κατά τη γέννησή του αρχίζει να παράγει τη δική του γλώσσα με το αδιαφοροποίητο κλάμα.

Έχει παρατηρηθεί ότι τα βρέφη διαθέτουν ένα εύρος από διαφορετικά είδη κλάματος, τα οποία οι φροντιστές μπορούν να διακρίνουν κατά τη διάρκεια της ανάπτυξής τους. Αυτή την περίοδο παρατηρείται και η ρύθμιση των συναισθημάτων και η αλληλεπίδραση ανάμεσα στο φροντιστή και το βρέφος. Το κλάμα αποτελεί τον πρώτο και τον πιο σημαντικό μηχανισμό του νεογνού για να επικοινωνήσει με το περιβάλλον του. Άλλωστε κατά τη γέννηση είναι το πρώτο κλάμα που επιβεβαιώνει ότι πνεύμονες έχουν γεμίσει με αέρα. Μπορεί στην αρχή ο συντονισμός και το κλάμα να προέρχεται από τις δομές του εγκεφαλικού στελέχους, όσο όμως αναπτύσσεται το βρέφος συμμετέχει και ο εγκεφαλικός φλοιός. Επομένως, τα βρέφη στη συνέχεια επιλέγουν να κλαίνε και αυτό συνοδεύεται από αλλαγές στη φωνή τους, οι οποίες ανάλογα εντείνουν τον ήχο του κλάματος.

Στις πρώτες έξι εβδομάδες το κλάμα των βρεφών έχει αυξητική τάση, ενώ στη συνέχεια μειώνεται. Έχει παρατηρηθεί ότι τα νεογέννητα συνήθως κλαίνε περισσότερο το βράδυ, ενώ όσο μεγαλώνουν κλαίνε για να δηλώσουν τις ανάγκες τους, κυρίως δηλαδή την ώρα του φαγητού ή για να δηλώσουν ότι δυσφορούν ή ότι πονάνε. Επομένως, το κλάμα του μωρού προκαλείται λόγω της πίεσης μιας σωματικής ανάγκης.

Οι φροντιστές θα πρέπει να εντοπίσουν ποια είναι η ανάγκη αυτή που προκαλεί το κλάμα στο μωρό. Μπορεί να είναι ανάγκη για τροφή, για ύπνο, για αγκαλιά, για αλλαγή πάνας ή ανάγκη για ηρεμία, χαμηλό φωτισμό κ.α. Ακόμη όμως και αν ο φροντιστής αντιληφθεί το μέγεθος της ανάγκης, είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς την ανάγκη την οποία επιθυμεί να καλύψει το βρέφος. Το κλάμα δεν είναι μία απλή κινητική δραστηριότητα αλλά αποτελεί μία οργανωμένη πολύπλοκη χρονική ακολουθία.

ΕΙΔΗ ΚΛΑΜΑΤΟΣ

Το βρέφος ανάλογα με την αιτία που του προκαλεί το κλάμα έχει διαφορετική συμπεριφορά, πιο συγκεκριμένα υπάρχουν τρία είδη κλάματος. Το βασικό κλάμα είναι ένα ρυθμικό μοτίβο, στο οποίο μετά από μία σύντομη σιωπή παρατηρείται ένα σύντομο σφύριγμα σε υψηλότερο τόνο και στη συνέχεια ακολουθεί πάλι σύντομη σιωπή πριν από το επόμενο κλάμα. Το βασικό κλάμα συνήθως παρατηρείται στις περιπτώσεις που το βρέφος θέλει να καλύψει την ανάγκη της πείνας. Το κλάμα του θυμού, φαίνεται πως το βρέφος εξάγει μεγαλύτερη ποσότητα αέρα από τις φωνητικές χορδές και τέλος το κλάμα του πόνου είναι ξαφνικό, δυνατό, έχει μεγάλη διάρκεια, το βρέφος κρατάει την αναπνοή του χωρίς να εμφανίζει λυγμούς. Κατά τους πρώτους 6 με 8 μήνες το κλάμα είναι αντανακλαστικό. Εκδηλώνεται δηλαδή όταν το βρέφος βιώνει μία σωματική πίεση. Αργότερα, το κλάμα έχει σκοπό να ειδοποιήσει τον φροντιστή να έρθει, ώστε να καλύψει την ανάγκη που έχει το βρέφος. Στη συνέχεια βέβαια όταν το παιδί αναπτύξει τις ικανότητές του και μπορεί να επικοινωνήσει και με άλλους τρόπους με τους γονείς του, αρχίζει η απεξάρτηση από το κλάμα.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Θα πρέπει να ειπωθεί ότι ο τρόπος με τον οποίο οι φροντιστές αντιδρούν στο κλάμα του παιδιού αποτελεί μέρος της εκπαιδευτικής διαδικασίας, έτσι ώστε το βρέφος να νιώσει ασφάλεια και εμπιστοσύνη ότι φροντιστές του μπορούν να του καλύψουν τις ανάγκες του. Άλλωστε αυτή η άμεση ανταπόκριση ειδικά της μητέρας στην εκάστοτε ψυχολογική κατάσταση του βρέφους έχει ευεργετικές επιπτώσεις στην ανάπτυξή του. Έχει διαπιστωθεί πως η μη ανταπόκριση στο κλάμα του βρέφους κατά τις τέσσερις πρώτες εβδομάδες της ζωής του σχετίζεται άμεσα με την εμφάνιση κατάθλιψης στην ενήλικη ζωή του.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

Grace J. Craig, D. B. (2007). Η ανάπτυξη του ανθρώπου (Τόμ. Α΄). Αθήνα: Παπαζήση.

 

Πελεκάνου Ζωή

Ηθοποιός-Εμψυχώτρια θεατρικού παιχνιδιού-Β. Βρεφονηπιοκόμων

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: Η ΠΡΟΣΚΟΛΛΗΣΗ ΤΟΥ ΒΡΕΦΟΥΣ