ΔΥΣΛΕΞΙΑ: ΘΕΩΡΗΤΙΚΕΣ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ

Η δυσλεξία, έχει ερμηνευτεί από τους πολλούς επιστήμονες-μελετητές με διάφορες θεωρητικές προσεγγίσεις, οι οποίες συνήθως είναι αντικρουόμενες μεταξύ τους όσον αφορά την αιτιοπαθολογία της δυσλεξίας ως ειδική διαταραχή της εκμάθησης του γραπτού λόγου.

Οι πιο γνωστές θεωρητικές προσεγγίσεις της δυσλεξίας, είναι η νευρολογική – βιολογική προσέγγιση ή αλλιώς το ιατρικό μοντέλο το οποίο είναι μονοπαραγοντικό και δεν είναι συμβατό με το σχολείο και η γνωστική προσέγγιση ή αλλιώς το ψυχολογικό – παιδαγωγικό μοντέλο, το οποίο είναι πολυπαραγοντικό και απόλυτα συμβατό με το σχολείο. Η διχοτομία που υπάρχει ανάμεσα σε αυτές τις δύο προσεγγίσεις, διαφωτίζει με τον πιο σαφή τρόπο τον πολυσύνθετο χαρακτήρα που παρουσιάζει η δυσλεξία, καθώς και την έντονη αναγκαιότητα της διεπιστημονικής προσέγγισης της. Οι υποθέσεις στις οποίες στηρίζονται και τα δύο αυτά μοντέλα σχετικά με τις πτυχές της δυσλεξίας, άλλοτε είναι επικαλυπτόμενες και άλλοτε είναι πρόδηλες.

Το ιατρικό μοντέλο, το οποίο προηγείται κιόλας χρονικά από το ψυχολογικό – παιδαγωγικό, αναφέρει ως μοναδική αιτία της δυσλεξίας μία πιθανή δυσλειτουργία του εγκεφάλου (πιθανή βλάβη του αριστερού ημισφαιρίου), η οποία συνυφαίνεται με τη γλωσσική ανάπτυξη του παιδιού και την αφασική συμπεριφορά και επηρεάζει σημαντικά τη διαδικασία της επεξεργασίας των προσλαμβανομένων πληροφοριών, με συνέπειες στην αναγνωστική συμπεριφορά του παιδιού. Ωστόσο, η δυσλειτουργία αυτή δεν επηρεάζει την ομιλία του. Αυτό σημαίνει πως ο φωνούμενος λόγος του παιδιού είναι κανονικός και ορισμένες φορές καλύτερος ποιοτικά σε σχέση με τους συνομηλίκους του που δεν παρουσιάζουν την ίδια διαταραχή. Τα παιδιά με δυσλεξία σύμφωνα με το μοντέλο αυτό παρουσιάζουν ένα επιβραδυνόμενο ρυθμό ανάπτυξης της γνωστικής τους λειτουργίας ή εκδηλώνουν μια πιο αργή πορεία αναπτυξιακά με ένα πιο ολιστικό τρόπο. Το σημαντικό μειονέκτημα της συγκεκριμένης προσέγγισης αποτελεί το γεγονός πως παρουσιάζει ένα αυστηρά ιατρικό χαρακτήρα με αποτέλεσμα να μην μπορεί να μετουσιωθεί στο σχολικό πλαίσιο με λειτουργικό χαρακτήρα και με έκδηλα αποτελέσματα.

Το ψυχολογικό – παιδαγωγικό μοντέλο από την άλλη πλευρά, είναι όπως ειπώθηκε και παραπάνω πολυπαραγοντικό, δίνει δηλαδή ιδιαίτερη σημασία και έμφαση στη γνωστική προοπτική της δυσλεξίας, δηλαδή στο νοητικό και στο γνωστικό ρεπερτόριο του παιδιού (μνήμη, προσοχή, αντίληψη, γλώσσα, σκέψη κ.τ.λ). Το συγκεκριμένο μοντέλο δηλαδή αναφέρεται σε σημαντικά ελλείμματα (αντιληπτικά – κινητικά, λειτουργίας της γλώσσας σε επίπεδο συντακτικό, φωνολογικής επεξεργασίας, σειροθέτησης κ.τ.λ.), που παρουσιάζουν τα παιδιά με δυσλεξία στην εσωτερική αναπαράσταση των πληροφοριών που λαμβάνουν από τα αισθητήρια όργανά τους. Το πλεονέκτημα που παρουσιάζει το συγκεκριμένο μοντέλο σε αντίθεση με το ιατρικό αποτελεί το γεγονός πως μπορεί να μετουσιωθεί στο σχολικό πλαίσιο παρουσιάζοντας λειτουργικό και αποτελεσματικό χαρακτήρα.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Στασινός, Δ. (2020). Η Ειδική Συμπεριληπτική Εκπαίδευση 2027. Η ελκυστική εκδίπλωσή της στο Νέο-ψηφιακό Σχολείο με Ψηφιακούς πρωταθλητές. Παπαζήση.

 

Κακκαλή Κυριακή,

Εργοθεραπεύτρια, M.Ed. Ειδικής Αγωγής

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:ΜΕΛΕΤΗ & ΔΥΣΛΕΞΙΑ: ΠΩΣ ΝΑ ΒΟΗΘΗΣΩ ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΜΟΥ;